Ο μισθός εξακολουθεί να μην φτάνει
Σε αυτό τον ορυμαγδό ανακοινώσεων, οι πολίτες πράγματι νιώθουν σύγχυση. Όχι όμως επειδή δεν ξέρουν ποιον να πρωτοπιστέψουν, αλλά γιατί η ανταλλαγή λεκτικών πυρών μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακό πυροτέχνημα παρά με θέμα ουσίας.
Άλλωστε και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, από τα μνημόνια και μετά, δεν έκαναν τίποτα σπουδαίο για να αναστηλώσουν το «ξηλωμένο» εργασιακό δίκαιο, ενώ μέχρι σήμερα οι μέσες πραγματικές αποδοχές παραμένουν μειωμένες κατά το 1/3 σε σύγκριση με τα προ κρίσης επίπεδα.
Οι εργαζόμενοι πιστεύουν την τσέπη τους, που μένει άδεια πριν τελειώσει ο μήνας για έξι στα δέκα νοικοκυριά. Πιστεύουν την κούραση που νιώθουν, όσοι εργάζονται δεκάωρα, δωδεκάωρα, και πλέον 13ωρα επειδή ο μισθός δεν φτάνει.
Πιστεύουν τον χρόνο που δεν έχουν ή όσος απομένει ανάμεσα στα εξοντωτικά ωράρια και το πήγαινε-έλα, αρκεί μόνο για τα βασικά διεκπαιρεωτικά καθήκοντα, άντε και καμία σειρά στο netflix μεταξύ ύπνου και ξύπνιου.
Οι εργαζόμενοι-φτωχοί, που πρέπει να βγάλουν τον μήνα με λιγότερα από 1000 ευρώ καθαρά, αποτελούν την πλειοψηφία ως και σήμερα. Ακόμα και αν ο μέσος ονομαστικός μικτός μισθός έχει ανέβει στα 1340 ευρώ μικτά, εκείνοι που εξασφαλίζουν καθαρό μισθό πάνω από 1150 ευρώ δεν είναι ούτε οι δύο στους δέκα.
Γι’ αυτό και η υπουργός Εργασίας υποστηρίζει ότι οι εργαζόμενοι ούτε λίγο ούτε πολύ «παρακαλάνε» για να δουλέψουν περισσότερες ώρες.
Ινστιτούτο ΕΝΑ: Η ανεργία πέφτει, οι αποκλίσεις παραμένουν
Η νέα έκθεση του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ για την απασχόληση, παραδέχεται ότι η μείωση της ανεργίας αποτελεί μία από τις θετικότερες εξελίξεις των τελευταίων ετών. Από το 17,9% το 2019 έχει πέσει στο 10,1% το 2024.
Ωστόσο, αυτή η θετική εξέλιξη δεν ανατρέπει το γεγονός ότι το ελληνικό ποσοστό συνολικής ανεργίας παραμένει από τα υψηλότερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπληρώνει.
Με βάση τα τελευταία ετήσια συγκεντρωτικά στοιχεία της Εurostat, για το 2024, η ανεργία στην Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη υψηλότερη θέση, πίσω μόνο από την Ισπανία (11,4%) και αρκετά πάνω από τους μέσους όρους της Ευρωζώνης (6,4%) και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (5,9%).
Αύξηση απασχόλησης, μειώση εργατικού δυναμικού
Ας μην είμαστε όμως ισοπεδωτικοί και μίζεροι. Σε σύγκριση με τα δυσθεώρητα ποσοστά ανεργίας της προηγούμενης δεκαετίας, η κατάσταση έχει πράγματι βελτιωθεί.
Σε αυτό όμως έχει συμβάλλει η μείωση του πληθυσμού και κυρίως η μείωση του εργατικού δυναμικού στις κεντρικές παραγωγικές ηλικίες των 25 – 44 ετών, εξαιτίας και της εξωτερικής μετανάστευσης τα χρόνια της κρίσης.
Με βάση έρευνα της Μαρίας Καραμεσίνη, το εργατικό δυναμικό μεταξύ 2014-2024 συρρικνώθηκε κατά 328.000 άτομα. Το μεγαλύτερο έλλειμμα εργατικού δυναμικού δημιουργήθηκε στις παραγωγικές ηλικίες 25-44 ετών, και ανήλθε στα 750.000 άτομα.
Η μείωση εν μέρει αντισταθμίστηκε από την αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό των μεγαλύτερων ηλικιών, κατά 630.000 άτομα.
Η εξέλιξη των μισθών
Όπως υπενθυμίζει το ΕΝΑ, το 2019 ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα ήταν 15.967 ευρώ, στην όγδοη χαμηλότερη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο 49% του μέσου ευρωπαϊκού μισθού (32.779 ευρώ).
Σύμφωνα με τα τελευταία συγκεντρωτικά στοιχεία της Eurostat (για το οικονομικό έτος 2023), ο μέσος μισθός έχει αυξηθεί στα 17.013 ευρώ. Πλέον όμως η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη χαμηλότερη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο 45% του μέσου ευρωπαϊκού μισθού.
«Η αύξηση των ελληνικών μισθών στην περίοδο 2019-23 (6,6%) ήταν βραδύτερη τόσο από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο (15,5%) όσο και άλλων πέντε χωρών (Ρουμανία, Πολωνία, Σλοβακία, Λετονία, Κροατία) στις οποίες, πλέον, ο μέσος μισθός είναι υψηλότερος από την Ελλάδα», υπογραμμίζει η έκθεση.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι παρότι τα ποσοστά ανεργίας έχουν καταγράψει σημαντική μείωση από το 2019, η κατάταξη της χώρας μας παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με οριακή μόνο βελτίωση.
«Είναι διαφορετικό πράγμα να αναγνωρίζει κανείς μια θετική εξέλιξη από το να πανηγυρίζει μιλώντας για οικονομικό θαύμα σε μια από τις φτωχότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πιο αρνητικό στοιχείο είναι οι περιορισμένες μισθολογικές αυξήσεις που υστερούν όχι μόνο σε σχέση με τις αυξήσεις των τιμών αλλά και με τις μισθολογικές αυξήσεις στην υπόλοιπη Ευρώπη, υποβαθμίζοντας αισθητά την σχετική κατάταξη της Ελλάδας», καταλήγει η ανάλυση του Ινστιτούτου.