Της Εύας Λευκοπούλου

Το θέμα του σχολικού εκφοβισμού ή Bulling, όπως ονομάζεται παγκοσμίως ,είναι ένα σοβαρό πρόβλημα που έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις. Τα σχολεία μπορεί να έκλεισαν για τις καλοκαιρινές διακοπές, όμως η βία συνεχίζεται και έξω από αυτά! Οι συμπλοκές μεταξύ ανηλίκων είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο και απασχολούν τα δελτία ειδήσεων και τις σχολιαστικές εκπομπές, χωρίς όμως τίποτα ουσιαστικό να γίνεται. Τελικά αναρωτιέμαι από πού πρέπει να ξεκινήσουμε;
Κάποτε μαζευόμασταν για παιχνίδι και μουσική στις πλατείες, στα πάρκα και στις καφετέριες τώρα τα παιδιά συναντιούνται για να παίξουν με το κινητό, να βγάλουν selfies, να τις ανεβάσουν στα social, ο ανταγωνισμός ξεκινά και μετά έρχεται η ΒΙΑ! Τόσο εύκολα σηκώνουν χέρι τα παιδιά σήμερα; Αγόρια, κορίτσια… Η γλώσσα των παιδιών έχει γίνει πολύ σκληρή, πληγώνει και αφήνει ανεξίτηλα σημάδια στην ψυχή! Τι θα γίνει πάλι του χρόνου όταν θα ανοίξουν τα σχολεία; Άραγε πότε θα έρθει η ώρα που θα δούμε το πρόβλημα κατάματα; Πρώτα η πολιτεία, μετά η παιδεία και μετά η οικογένεια ή όλοι μαζί συλλογικά; Από πού ξεκινάει ο κύκλος της βίας και που τελειώνει;
Το bullying δεν είναι ένα απλό «σχολικό πρόβλημα», αλλά το πιο καθαρό σύμπτωμα μιας βαθιάς κοινωνικής παθογένειας που αρνούμαστε να κοιτάξουμε κατάματα. Δεν ξέρω αν ευθύνεται μόνο το διαδίκτυο και η χρήση του από παιδιά, που από πολύ μικρά εκτίθενται σε αυτό, αλλά για μένα το σίγουρο είναι ότι ευθύνεται η οικογένεια και ο τρόπος που μεγαλώνουμε σήμερα τα παιδιά μας!
Η βία δεν γεννιέται στα διαλείμματα των σχολείων, μεταφέρεται εκεί. Τα παιδιά ζουν σε έναν κόσμο ενηλίκων γεμάτο επιθετικότητα, ανθρωποφαγία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τοξικότητα στον δημόσιο λόγο. Είναι υποκριτικό να απαιτούμε από τους εφήβους ενσυναίσθηση, όταν οι ίδιοι οι ενήλικες λύνουν τις διαφορές τους με όρους ζούγκλας.
Ο σχολικός εκφοβισμός απλώνει σιγά σιγά τα πλοκάμια του ακόμα και στους εκπαιδευτικούς. Πολλοί είναι οι εκπαιδευτικοί που φοβούνται τους μαθητές αλλά και τους γονείς τους. Ας μην ξεχνάμε τον θάνατο της καθηγήτριας αγγλικών σε ΕΠΑΛ που πέθανε από εγκεφαλικό και ζούσε μια κόλαση .Τόσο από το bullying που δεχόταν από τους μαθητές όσο και από τους συναδέλφους της που δεν την κατανόησαν, δεν την βοήθησαν δεν έκαναν τίποτα, αντίθετα προσπάθησαν να την βγάλουν τρελή! Γιατί;
Το ελληνικό σχολείο είναι βαθιά εξετασιοκεντρικό. Έχει μετατραπεί σε ένα στεγνό εργοστάσιο αποστήθισης, όπου ο μοναδικός στόχος είναι η κάλυψη της διδακτέας ύλης. Δεν υπάρχει χρόνος, χώρος και πρόβλεψη για την καλλιέργεια της συναισθηματικής νοημοσύνης, του σεβασμού στη διαφορετικότητα και της ενσυναίσθησης σε βάθος και όχι επιφανιακά με ομιλίες ειδικών, χωρίς να γίνεται κάτι στην πράξη! Η παιδεία έχει αντικατασταθεί από την απλή εκπαίδευση.

Σε πολλά σχολεία επικρατεί μια εγκληματική νοοτροπία: «να μην βγει το πρόβλημα παραέξω και χαλάσει το όνομα του σχολείου». Διευθυντές και καθηγητές συχνά υποβαθμίζουν σοβαρά περιστατικά βίας, χαρακτηρίζοντάς τα «παιδικά παιχνίδια» ή «πειράγματα». Αυτή η στάση αφήνει το θύμα απροστάτευτο, το στοχοποιεί στέλνοντας το μήνυμα ότι το σύστημα προστατεύει τον θύτη προκειμένου να διατηρήσει την ηρεμία του.
Η πολιτεία ισχυρίζεται ότι διορίζει ψυχολόγους, αλλά η πραγματικότητα τη διαψεύδει. Ένας ψυχολόγος ή κοινωνικός λειτουργός καλείται συχνά να καλύψει 4 ή 5 διαφορετικά σχολεία την εβδομάδα. Πρακτικά, βρίσκεται σε κάθε σχολείο μία ημέρα την εβδομάδα, γεγονός που καθιστά αδύνατο το να χτίσει σχέση εμπιστοσύνης με τους μαθητές και να εντοπίσει έγκαιρα τις προβληματικές δυναμικές πριν αυτές ξεσπάσουν. Παράλληλα, οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν καμία σοβαρή και υποχρεωτική κατάρτιση για τη διαχείριση τέτοιων κρίσεων.
Η απάντηση του σχολείου στη βία παραμένει αναχρονιστική: αποβολές, αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος και πειθαρχικά συμβούλια. Η τιμωρία όμως απλώς απομακρύνει το πρόβλημα από τα μάτια μας, δεν το λύνει. Το σχολείο αποτυγχάνει να λειτουργήσει θεραπευτικά, καθώς δεν διαθέτει τους μηχανισμούς για να σκύψει πάνω από τον θύτη και την οικογένειά του, να καταλάβει γιατί ασκεί βία και να τον επανεντάξει ομαλά στην κοινότητα.
Το κράτος επιλέγει την ψηφιοποίηση και την καταστολή επειδή είναι πιο εύκολο να φτιάξεις μια εφαρμογή ή να αυξήσεις τις ημέρες αποβολής, παρά να αναδιαμορφώσεις ριζικά το εκπαιδευτικό σύστημα. Όσο το σχολείο παραμένει ένας ψυχρός μηχανισμός εξετάσεων και δεν μετατρέπεται σε έναν ζωντανό χώρο διαπαιδαγώγησης, οι κρατικές εγκύκλιοι απλώς θα ξύνουν την επιφάνεια του προβλήματος. Ποιος θα αλλάξει αυτή τη νοοτροπία στον τρόπο λειτουργίας των σχολείων και πότε;
Ως κοινωνία αντιδρούμε σπασμωδικά και πάντα κατόπιν εορτής. Μόλις δημοσιοποιηθεί ένα ακραίο περιστατικό, ξεσπά ένα κύμα οργής που ζητά «παραδειγματικές τιμωρίες». Η τιμωρία όμως απλώς μεταθέτει το πρόβλημα. Ο θύτης είναι σχεδόν πάντα ένα παιδί που μεταφέρει στο σχολείο τη δική του παραμέληση, κακοποίηση ή ανασφάλεια. Αν δεν θεραπεύσεις την αιτία, απλώς ανακυκλώνεις τη βία.
Από την άλλη μεριά, το cyberbullying έχει αλλάξει δραματικά την καθημερινότητα των θυμάτων. Παλαιότερα, το παιδί που δεχόταν bullying έβρισκε καταφύγιο στο σπίτι του. Σήμερα, η κακοποίηση το ακολουθεί μέσα στο ίδιο του το δωμάτιο, 24 ώρες το 24ωρο, μέσα από μια οθόνη. Ο ψηφιακός εκφοβισμός είναι πιο άγριος, γιατί ο θύτης δεν βλέπει τον πόνο που προκαλεί, με αποτέλεσμα να χάνεται κάθε ίχνος ανθρώπινης σύνδεσης.
Το πιο τρομακτικό κομμάτι του φαινομένου δεν είναι ο ίδιος ο θύτης, αλλά οι «θεατές»! Η κουλτούρα του «μην ανακατεύεσαι» που καλλιεργείται συχνά στα σπίτια, μετατρέπεται στα σχολεία σε εγκληματική απάθεια. Όταν οι συμμαθητές σιωπούν ή βγάζουν τα κινητά τους για να βιντεοσκοπήσουν μια επίθεση, το bullying νομιμοποιείται στη συνείδηση των παιδιών ως θέαμα.
Το bullying δεν είναι «ιδιωτική υπόθεση» των παιδιών, είναι ευθύνη όλων μας! Η καλλιέργεια μιας κουλτούρας αλληλεγγύης και σεβασμού αποτελεί το μοναδικό ανάχωμα απέναντι σε κάθε μορφή βίας. Τελικά υπάρχει λύση… αρκεί να την δούμε κατάματα και να την εφαρμόσουμε!






