Τραγούδια που δεν λέγονται γρήγορα λησμονιούνται…
Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Τόπος» ένα ξεχωριστό βιβλίο που ετοίμασαν για τον Πάνο Γεραμάνη, η σύζυγός του Ναυσικά Γεραμάνη και η στενή οικογενειακή τους φίλη Μαριάννα Τζιαντζή, αρθρογράφος και χρονογράφος στο «Πριν», την «Καθημερινή» και την «ΕφΣυν». Το βιβλίο τιτλοφορείται «Πάνος Γεραμάνης και Λαϊκοί Βάρδοι – Στιγμές από τη ζωή τους», η προετοιμασία του κράτησε πέντε χρόνια και στις τριακόσιες πενήντα σελίδες του φιλοξενούνται απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα από τις χιλιάδες ώρες συνεντεύξεων που παραχώρησαν στους «Λαϊκούς Βάρδους» του Πάνου Γεραμάνη εκατοντάδες διακεκριμένοι, αλλά και ξεχασμένοι λαϊκοί καλλιτέχνες.Ανάμεσα σε αυτούς και ο Σπύρος Ζαγοραίος, από τη συνέντευξη του οποίου επιλέχθηκε για το βιβλίο το απόσπασμα που αναφέρεται στη γνωριμία του με τον Γιώργο Νταλάρα και σε ένα τραγούδι με το οποίο ο δεκαεπτάχρονος ερμηνευτής πέρασε από ακρόαση στον Μάκη Μάτσα, αλλά, εν τέλει, δεν ηχογράφησε με τη φωνή του ποτέ.
Ήδη, ο Νταλάρας είχε ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι, την «Προσμονή» σε μουσική του Βασίλη Αρχιτεκτονίδη και στίχους του Παναγιώτη Καλαποθαράκου, που κόπηκε από τη χουντική λογοκρισία λόγω των ανατρεπτικών του στίχων και τραγουδούσε στην Πλάκα, μαζί με τον Σπύρο Ζαγοραίο, αδελφικό φίλο του πατέρα του Λουκά Νταράλα.
O Σπύρος Ζαγοραίος μιλά για τον Γιώργο Νταλάρα, τη Βούλα Γκίκα, τη Λίτσα Διαμάντη.
Εσείς μετά το ’64 εργαστήκατε σε άλλα καταστήματα;
Ναι, βέβαια. Όλα τα μαγαζιά της Αθήνας που ήτανε την εποχή εκείνη, μέχρι το ’70 δούλεψα σε όλα τα μαγαζιά αυτά, σε όλη την Ελλάδα. Το 1970 ή το 1968, αν θυμάμαι καλά, δούλεψα σ’ ένα μαγαζί, σ’ ένα κέντρο – αυτό πρέπει να το πούμε, είναι απαραίτητο – στην Πλάκα και κιθαρίστας της ορχήστρας ήτανε ο Γιώργος ο Νταλάρας. Και μου είπανε αν ήτανε ο κιθαρίστας να τραγουδάει, εμένα δεν ήταν στην κατασκευή μου να κόβω ψωμί ανθρώπων, αν και είχα εγώ προσωπικό, αλλά δέχτηκα να είναι και ο τραγουδιστής αυτός. Όταν όμως στην πρεμιέρα τον άκουσα, τα χρειάστηκα. Λέω «Παναγία μου!». Λέω «Πώς σε λένε;» «Γιώργος Νταλάρας», Νταράλας λέγεται στο επίθετο. Λέω «Τον Λουκά τι τον έχεις;» «Πατέρας μου». Τον Λουκά εγώ τον είχα μπουζούκι μια ζωή ολόκληρη. Τον είχα μπουζουξή στο Αιγάλεω σ’ένα μαγαζί, στα Πηγαδάκια. Του λέω «Έχεις πάει σε καμιά εταιρεία;» Μου λέει «Πήγα και στην Columbia και στην Odeon, αλλά μου λένε ότι μοιάζω με τον Μπιθικώτση» και όντως όταν τραγουδούσε ο Γιώργος ήτανε σαν τον Μπιθικώτση. Αλλά μου άρεσε τόσο πολύ!
Το μέταλλο σας άρεσε.
Μα πάρα πολύ. Του λέω «Θα σου φτιάξω ένα – δυο τραγουδάκια και θα σε πάω στην Odeon να σ’ ακούσουνε. Αλλά θα πεις τα τραγουδάκια που θα φτιάξω εγώ». Μου λέει «Εντάξει». Όντως, όταν είχα επικοινωνία με τον Μάτσα τον υιό, του λέω, «Έχω μια φωνή εξαιρετική». Εγώ δεν του είπα ότι τον έχει ακούσει. «Έχω μια φωνή που κάνει πολλά λεφτά. Θέλεις να τον φέρω να τον ακούσεις;» Μου λέει «Την τάδε ημερομηνία έχω φωνοληψία, φέρε τον». Είπε τότε το τραγούδι «Βάλτε μου δυο κανναβουριές». Εν πάση περιπτώσει, του ‘δωσα τα τραγουδάκια του Γιώργου, ένα τραγούδι που το τραγούδησα εκ των υστέρων εγώ, το «Πάλι εχθές που μαλώσαμε, μ’ είχες πει αλήτη», αλλά του ‘χα βάλει άλλα λόγια. «Μάτια που δεν βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται», έτσι το ‘λεγα το τραγούδι αυτό. Το τελείωσε ο Γιώργος κι όταν τελείωσε τη φωνοληψία, τον βάλαμε και τον ακούσαμε και τρελάθηκε ο Μάτσας. Μάλιστα, φωνάξαμε και τη μάνα του να υπογράψει, μέσα στο εργοστάσιο υπέγραψε, ποτέ δεν έχει γίνει αυτό. Ήταν ανήλικος δεν είχε πάει στρατιώτης ακόμα και υπόγραψε και η μαμά. Όταν τελείωσαν αυτά, του λέω (του Μάτσα) «Τον έχεις ξανακούσει αλλά τον απέρριψες έτσι κι έτσι». Ο Γιώργος είπε ένα δικό μου τραγούδι, ξέφυγε από το μπιθικώτσικο και το είπε με τέτοια ζέστη, που άρεσε πάρα πολύ. Δεν είχα όμως την τύχη να μου το τραγουδήσει, γιατί εγώ έφυγα, πήγα στην Κύπρο μετά, όμως είπε τραγούδια του Μητσάκη, όπως εκείνο, πώς το λένε, κι έγινε πολύ μεγάλο σουξέ. (σ.σ.: «Στην εποχή του Πάγκαλου»). Αλλά ήτανε και μεγάλος τραγουδιστής και, όπως απεδείχθη, δεν διαψεύστηκα. Ήτανε μεγάλος τραγουδιστής και είναι.
Πολύ μεγάλη φωνή.
Για όλα. Ό,τι θέλεις τραγουδάει. Αυτό το ήξερα από τότε που τον πρωτάκουσα στην Πλάκα. Μα ήτανε μεγάλος τραγουδιστής. Τώρα, αν έκανε τον Μπιθικώτση κι οι εταιρείες δεν τον δεχτήκανε, αυτό ήταν άλλη ιστορία. Όπως είπε αυτό του Μητσάκη, δεν είχε καμία σχέση με τον Μπιθικώτση.
Και μελετάει τα τραγούδια ο Γιώργος Νταλάρας.
Είναι το άλφα και το ωμέγα!
Το τραγούδι με το οποίο έκανε ακρόαση ο Γιώργος Νταλάρας ήταν ένα χασάπικο του Σπύρου Ζαγοραίου, με τίτλο «Μάτια που δεν βλέπονται», που ηχογραφήθηκε, εν τέλει, με τη φωνή της Ρίας Κούρτη και κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών από τη SONATA (SON-108) του Πάνου Γαβαλά, έχοντας στην άλλη όψη μια κουαράτσα του Σπύρου Ζαγοραίου, με τίτλο «Εσύ μονάχα να μ’αγαπάς», που τραγούδησε ο ίδιος με τη Ρία Κούρτη στα σεγόντα.
Το τραγούδι πέρασε σχεδόν απαρατήρητο εκείνη την εποχή. Ωστόσο, μάλλον είχε καλύτερη τύχη η αναθεωρημένη έκδοση του Σπύρου Ζαγοραίου, ο οποίος στην ήδη υπάρχουσα μελωδία, «κάρφωσε» διαφορετικούς στίχους που μιλούσαν για έναν «Αλήτη». Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε στον προσωπικό του δίσκο «Εκεί που μένουν οι νεκροί», που κυκλοφόρησε από την Panivar το 1975, και σήμερα αποτελεί ένα από τα «κατατεθέντα σήματα» της μετά το 1970 διαδρομής του Σπύρου Ζαγοραίου…






