Πέμπτη βράδυ στο κέντρο της πόλης. Η βραδιά έχει φορέσει λίγο πιο επίσημο ένδυμα από αυτό που συνηθίζει και βρίσκεται στην πύλη του Ηρωδείου. Μίλτος Πασχαλίδης με κοστούμι στη σκηνή, δεν είναι πολύ γνώριμη εικόνα για εμάς που τον ακολουθούμε σε όλες τις συναυλίες του. Αυτή είναι μια συναυλία διαφορετική. Στον ιστορικό χώρο του Ηρωδείου με την Σύγχρονη Ορχήστρα της ΕΡΤ, την παιδική χορωδία του Σπύρου Λάμπρου αλλά και τον «αδερφό» του Γιάννη Κότσιρα, ο Μίλτος μας χάρισε μια βραδιά από εκείνες που θα κουβαλάμε και θα αναπολούμε το μεγαλείο που μόνο η τέχνη είναι ικανή να σου προσφέρει. Είναι όμορφα περίεργη και συνάμα απολαυστική η αίσθηση να βλέπεις και να ακούς τον Πασχαλίδη στο Ηρώδειο.
Κατά καιρούς, έχουν ακουστεί διάφορες απόψεις και έχει σχολιαστεί ποικιλοτρόπως το ποιος τελικά θα πρέπει να τραγουδάει και να παίζει στο Ηρώδειο. Ο Μίλτος, έχει δικαιωματικά μια τέτοια θέση. Όχι μόνο γιατί είναι ο καλλιτέχνης που 30 χρόνια και πλέον γεμίζει την Ελλάδα με ξεχωριστές δημιουργίες, έχοντας λάβει το χρίσμα από τον Θάνο Μικρούτσικο και τον Δημήτρη Μητροπάνο, μεταλαμπαδεύοντας αθάνατα τραγούδια σε μια άλλη γενιά, αλλά και γιατί είναι τόσο αυθεντικός που η τέχνη το έχει ανάγκη, έχει ανάγκη την ξεχωριστή προσωπικότητα, την καθαρή κρίση , το αστείρευτο ταλέντο και τη μεγάλη καλλιτεχνική καρδιά που διαθέτει ο Μίλτος.Ανεβαίνοντας στη σκηνή, έπιασε το νήμα από την αρχή, από την Κρήτη όπου ξεκίνησαν όλα και μας είπε για την περιβόητη και πολύ αγαπημένη «Αρετούσα», μας διηγήθηκε πως «κάποτε γνώρισε μια λίμνη» και σαλπάροντας σε σχεδόν απάνεμα νερά, κάναμε μια προσπάθεια να μετρήσουμε στην απουσία της αγάπης την ουσία. Εξομολογήθηκε – και έπειτα μας το τραγούδησε- ότι ένα από τα πιο αγαπημένα του κομμάτια, που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό, είναι το «Πεύκο στην ακρογιαλιά». Συμπληρώνοντας 30 χρόνια δισκογραφίας, το παράξενο όταν ακούς τον Μίλτο να τραγουδάει τα αγαπημένα μας τραγούδια , είναι ότι περνά αρκετές φορές από το μυαλό σου η σκέψη ότι εκείνο το τραγούδι θα μπορούσε να είχε γραφτεί και για σένα. Θαρρείς και έχει σκύψει από πάνω σου με ένα διάφανο τρόπο και ατενίζει το μέσα σου. Έχει μια ιδιαίτερη σύνδεση με το κοινό του, η οποία μόνο τυχαία δεν θα μπορούσε να είναι. Την κέρδισε επάξια αφού μας κέρασε μέσα από τη χούφτα του «τραγούδια μια σταλιά», αφού μας ταξίδεψε στις «Περσείδες», διδάσκοντάς μας μια άλλη γλώσσα… την δική μας, την «γλώσσα των εραστών», όπως είπε χαρακτηριστικά.
Αναρωτιέμαι πόσο περήφανος θα ένιωθε ο «Μήτσος», όπως συνηθίζει να τον αποκαλεί ο Μίλτος, αν ήταν ανάμεσά μας και τον άκουγε αυτή τη μαγική βραδιά. Πιστός, όπως πάντα στους αγαπημένους του μέντορες και φίλους εκεί «πάνω», τους μετέφερε τις «Πεθαμένες καλησπέρες», όπως μόνο εκείνος μπορεί να τις ερμηνεύσει. Τραγούδησε με τον Γιάννη Κότσιρα για εκείνον τον έρωτα Αρχάγγελο, γνωρίζοντας ότι «λείπει ο τρίτος της παρέας», όπως είπε.
Απολαύσαμε ένα ορχηστρικό κομμάτι , «Το αγόρι με τις δύο καρδιές», από την σύγχρονη Ορχήστρα της ΕΡΤ με μαέστρο τον κορυφαίο Τάσο Συμεωνίδη, με την ορχήστρα να αποδεικνύει για πολλοστή φορά πόσο σπουδαία και ξεχωριστή δουλειά κάνουν. Στη σκηνή βρέθηκε για μερικά τραγούδια και η παιδική χορωδία του Σπύρου Λάμπρου, τα πλάσματα με τα λευκά ρούχα και τις αγνές ψυχές, που μας χάρισαν αγγελικές ερμηνείες.
Σαν να χαμηλώνει ο ουρανός για να του δώσει την δυνατότητα να ψαύει εκεί το άγγιγμα του αδερφικού του φίλου, να γυρεύει το στοργικό του βλέμμα που δεν κατάφερε να παλιώσει, αφήνει έναν αναστεναγμό, κάτι ανάμεσα σε κραυγή και ικεσία : «Θάνο μου!», λέει για να διαβεί με μια πιρόγα (Ερωτικό), μέσα από τα περάσματα που στενεύουν. Απολαύσαμε μια ιδιαίτερη ερμηνεία στο τραγούδι «Ήθελα κάτι να σου πω», σε στίχους του Γιάννη Ρίτσου και μουσική του Χρήστου Λεοντή, ο οποίος βρισκόταν στην συναυλία. Ένα τραγούδι που ο καλλιτέχνης αφιέρωσε στην κόρη του Χριστίνα αλλά και σε όλα τα παιδιά. Άνοιξε έπειτα πανιά και μας ταξίδεψε μέχρι την Κρήτη, στην αλλοτινή εποχή των Χαϊνηδων και στο ξεκίνημά του. Μας παροτρύνει να τρυπώσουμε σε ένα ερειπωμένο καπηλειό και να δροσίσουμε χείλη, ψυχή και νου με τσικουδιά, αναπολώντας τα περασμένα, κάνοντας όνειρα για αυτά που θα ρθουν- αν είναι να ‘ρθουν… και να βυθιστούμε στο ηδονικό αποκάμωμα της λησμονιάς, πάνω στον ατέρμονο κυλιόμενο τάπητα της σκέψης …
Σε ιδιαίτερα φορτισμένη ατμόσφαιρα από την συγκίνηση, σαν το φεγγάρι από ψηλά να στέκεται δικαστής και μάρτυρας της απονιάς, του άδικου, του τραγικού και του ανυπόφορου , ο Μίλτος μας μετέφερε στην «Χώρα των αθώων». Αναρωτιέσαι αν υπάρχει τίποτα πιο αλλότριο από το οικείο που κάποιος αποφασίζει με τη βία να το κάνει για ‘σενα ξένο, να το αφαιρέσει λες και είναι αντικείμενο. Για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη, για την Γαρυφαλλιά, την Καρολάιν, τον Παύλο, για τα παιδιά των Τεμπών, για όλους όσους χάθηκαν και σκεπάστηκαν με χώμα οι αργόσυρτες και διαπεραστικές φωνές τους. « Θα μιλάμε για όλα τα παιδιά που χάθηκαν, μήπως γλιτώσουν κάποια επόμενα», λέει ο Μίλτος εμφανώς συγκινημένος, σκορπίζοντας ρίγη στο κοινό του Ηρωδείου.
Πώς είναι να ακούς την «Πηνελόπη» στο Ηρώδειο; Όμορφα διαφορετικό και παράλληλα τόσο οικείο, με τον Μίλτο να «ροκάρει» και να ξεσηκώνει το κοινό του κατάμεστου θεάτρου. Νιώθοντας να σε τραβάνε ταυτόχρονα προς δυο διαφορετικές κατευθύνσεις και πριν βυθιστούν οι άγκυρες, να αισθάνεσαι το πλοίο φορτωμένο με έναν κυκεώνα ανάμεικτων συναισθημάτων: αγωνία, χαρά, ενθουσιασμό, οργή, τρυφερότητα, ελπίδα, θλίψη και απελπισία.Στο καλλιτεχνικό συνάφι, κάθε εποχή έχει τα δικά της αστέρια που εδραιώνονται στο στερέωμα και μας χαρίζουν το φως τους. Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις. Υπάρχουν αστέρια που δεν χαμπαριάζουν από «εποχές», δεν παλεύουν για καμία θέση στο στερέωμα και δεν έχουν συστηθεί με τη λέξη ματαιοδοξία. Έχουν φτιάξει το δικό τους σύμπαν, έναν γαλαξία που χωρά πληγωμένους και στενάχωρους, χαρούμενους και ευτυχισμένους, αλλοπαρμένους, τρυφερούς και αθεράπευτα ρομαντικούς «ακροβάτες». Ακούσαμε το κομμάτι σε ντουέτο με τον Γιάννη Κότσιρα, ο οποίος δήλωσε πολύ ειλικρινά ότι «νιώθει περήφανος για τον Μίλτο», κάνοντας τον μια μεγάλη αγκαλιά που βλέποντάς την , καταλαβαίνεις πόση αλήθεια κρύβει.
Πως αλλιώς θα μπορούσε να κλείσει ο Μίλτος αυτή τη μαγική βραδιά αν όχι με τον Ερωτόκριτο a capella; Σαφώς αυτό ήταν το καταλληλότερο και πιο όμορφο φινάλε, με το κοινό να έχει σηκωθεί όρθιο και να καταχειροκροτεί τον μεγάλο και αγαπημένο καλλιτέχνη.
Κατηφορίζοντας την Αεροπαγίτου, συλλογίζομαι πως ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πως γίνεται να ακούς τον Μίλτο τόσες πολλές φορές και πάντα να θέλεις λίγο ακόμη. Είναι λες και προσπαθείς να ετυμολογήσεις επιπόλαια τις λέξεις και εκείνες να αντιδρούν, δεν θέλουν. Ίσως είναι καλύτερα έτσι, γιατί τα πιο μεγάλα, ουσιαστικά και βαθιά σε αυτή τη ζωή, δεν χρειάζεται να τα εξηγούμε. Ας τα αφήνουμε να κουρνιάζουν άφοβα στη σκέψη μας, μπας και κάνουν την καθημερινότητά μας πιο υποφερτή, μπας και δώσουν νόημα σε όσα έφυγαν και σε εκείνα που έπονται, μπας και γίνουμε μια σταλιά καλύτεροι Άνθρωποι, φτάνοντας πιο μακριά από αυτό που είμαστε φτιαγμένοι…







