Οριστικό «φρένο» στις προσδοκίες εκατοντάδων χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού βάζει η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με μια βαρυσήμαντη απόφασή του (1201/2026), το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο σφράγισε τη νομιμότητα της πλήρους κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, ξεκαθαρίζοντας ότι η στάση του νομοθέτη δεν προσκρούει ούτε στο Σύνταγμα ούτε στο ευρωπαϊκό δίκαιο.
Η υπόθεση έφτασε στην Ολομέλεια μέσω της διαδικασίας της «πρότυπης δίκης» (με Πρόεδρο τον Μ. Πικραμένο και Εισηγητή τον Ι. Μιχαλακόπουλο), με αφορμή αγωγή υπαλλήλου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών που διεκδικούσε αναδρομικά δύο επιπλέον βασικούς μισθούς για τη διετία 2023-2024, έχοντας στο πλευρό του την παρέμβαση της ΑΔΕΔΥ.
Το «μπλόκο» στην Ευρωπαϊκή Οδηγία
Κομβικό σημείο της απόφανσης του ΣτΕ αποτέλεσε ο ισχυρισμός της πλευράς των εργαζομένων περί πλημμελούς μεταφοράς της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2022/2041 για «επαρκείς κατώτατους μισθούς».
Το Δικαστήριο, αξιοποιώντας και την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (απόφαση C-19/23 της 11ης Νοεμβρίου 2025), ξεκαθάρισε ότι:
Η ρύθμιση των μισθών ανήκει αποκλειστικά στα κράτη-μέλη: Η έννοια της «επάρκειας του κατώτατου μισθού» δεν αποτελεί ευρωπαϊκό όρο, ενώ το ΔΕΕ έχει ήδη ακυρώσει διατάξεις της Οδηγίας που επιχειρούσαν να επιβάλουν δεσμευτικά εθνικά κριτήρια υπολογισμού.
Χρονικοί περιορισμοί: Τυχόν επίκληση της Οδηγίας θα μπορούσε να γίνει μόνο μετά την εκπνοή της προθεσμίας προσαρμογής (15 Νοεμβρίου 2024).
Το δημοσιονομικό «ζύγι» και το όριο φτώχειας
Για να θεμελιώσει την ετυμηγορία του, το ΣτΕ προσέτρεξε στα οικονομικά δεδομένα της χώρας μετά την έξοδο από τα μνημόνια (2018), τις δεσμεύσεις του Νέου Ευρωπαϊκού Πλαισίου Οικονομικής Διακυβέρνησης, αλλά και τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το όριο φτώχειας.
Σύμφωνα με το σκεπτικό:
Η οριζόντια επαναφορά δύο επιπλέον μισθών στο σύνολο του Δημοσίου προκαλεί μια πάγια και δυσβάσταχτη ετήσια επιβάρυνση στις καθαρές πρωτογενείς δαπάνες της χώρας.
Η διατήρηση της κατάργησης των επιδομάτων εξυπηρετεί λόγους δημοσίου συμφέροντος που αφορούν τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Από τα στοιχεία δεν προκύπτει ότι τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση των υπηρετούντων στο Δημόσιο.
Η διαφοροποίηση από τον ιδιωτικό τομέα και η μειοψηφία των «6»
Παράλληλα, το ΣτΕ απέρριψε ως νομικά αβάσιμο το επιχείρημα περί παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε σχέση με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα (οι οποίοι διατηρούν τα δώρα). Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι τελούν υπό διαφορετικό συνταγματικό και υπαλληλικό καθεστώς, ενώ η μισθοδοσία τους επιβαρύνει απευθείας τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.
Πάντως, το ζήτημα της ισότητας δεν πέρασε αδιάφορα από την έδρα: έξι μέλη της Ολομέλειας διατύπωσαν μειοψηφία, θεωρώντας ότι υφίσταται θέμα άνισης μεταχείρισης.
Μετά την επίλυση των παραπάνω κρίσιμων ζητημάτων, το Συμβούλιο της Επικρατείας κράτησε την αγωγή, την εξέτασε στην ουσία της και την απέρριψε οριστικά, κλείνοντας έναν μεγάλο κύκλο δικαστικών διεκδικήσεων.






