Αν κι έχουν περάσει σαραντατρία ολόκληρα χρόνια από την πρώτη του έκδοση, μόλις πριν λίγες πληροφορήθηκα – εντελώς τυχαία – για την ύπαρξη ενός θαυμάσιου βιβλίου του Λευτέρη Παπαδόπουλου, που κυκλοφόρησε το 1983 από τις εκδόσεις «Κάκτος», με τίτλο «Ματιές» και με μια σειρά από δημοσιευμένα, μέχρι τότε, κείμενα του «Προέδρου» στην ομότιτλη στήλη του στα «ΝΕΑ».
Διαβάζοντας απνευστί το βιβλίο, στάθηκα σε τρία κείμενα του Λευτέρη Παπαδόπουλου, με τις μνήμες του από τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας και την Ακολουθία του Επιταφίου…
Επιτάφιος
Κάθε Μεγάλη Παρασκευή, καβαλάω το πράσινο τραμ της Αχαρνών και ξαναγυρίζω στα εφηβικά μου χρόνια, στον Άγιο Παντελεήμονα. Για ν’ ανασάνω, πάλι, ώρα δειλινού, την ευωδιά της άνοιξης και του λιωμένου κεριού. Για να ξαναντικρίσω, τα μαγευτικά κορίτσια του Επιταφίου.
Φορούσαν μπλε – μαύρη φούστα κι άσπρο πουκάμισο. Κρατούσαν στα χέρια κάνιστρα, γεμάτα κομμένα γιασεμάκια. Και βάδιζαν αργά πίσω από τους στρατιώτες. Στο ρυθμό του «Αι γενεαί πάσαι». Με το κεφάλι ολόισια μπρος. Και το βλέμμα παραδομένο, ποιος ξέρει σε ποιον τρυφερό άγγελο του Απρίλη, που με το σπαθί στο χέρι, οδηγούσε τη νεκρική πομπή.
Δεν πρέπει να’ταν μεγαλύτερες από δεκάξι – δεκαεφτά χρονών κοπελίτσες. Κι όλες όμορφες. Τις πιο πολλές «δεν τις είχε πάρει το φιλί» ακόμη. Γι’ αυτό κρυφογελούσαν και κοκκίνιζαν, κάθε που διασταύρωναν τα βλέμματά τους, με τα δικά μας. Εκεί στο προαύλιο του ναού, που μαζευόμαστε, τ’αγόρια της γειτονιάς. Για να κλέψουμε τις ματιές τους και να νιώσουμε άντρες, από την αμηχανία τους. Κι ύστερα, να’χουμε όλη τη νύχτα δικιά μας, για να τις ονειρευτούμε.
Απόψε, κάποια άλλα κορίτσια – πολλά απ’αυτά ίσως να «τα’χει πάρει το φιλί», μια κι οι εποχές αλλάζουν – με την ίδια φορεσιά, τα ίδια κάνιστρα στα χέρια, βαδίζοντας πάντα στο ρυθμό του «Αι γενεαί πάσαι», διασχίζοντας ένα δάσος από αναμμένα κεριά, σ’όλες τις γειτονιές της Αθήνας, θα συνοδεύσουν το νεκρό Χριστό, στο μικρό ταξίδι του για την Ανάσταση.
Βλέπω το γιο μου να ξυρίζεται. Να φοράει το άσπρο του πουκάμισο. Να λάμπει στο μεσημεράκι. Να ετοιμάζεται, για να συναντήσει τους φίλους του. Και να με λυπάται, έτσι καθώς μ’ αντικρίζει, σκυμμένο στα χαρτιά μου.
Μα δεν ξέρει ότι εγώ, σε λίγο, θα φορέσω το πρώτο μακρύ μου παντελόνι, θα καβαλήσω το πράσινο τραμ της Αχαρνών και θα βρεθώ στον Άγιο Παντελεήμονα. Μαζί με τ’ άλλα παιδιά. Πλάι στα μαγευτικά κορίτσια του Επιταφίου της νιότης μας.
Επιτάφιος
Δύσκολες μέρες αυτές εδώ. Δεν μπορείς να τις αγνοήσεις κι άθρησκος να’ σαι ακόμα. Κι ας έχει γίνει ο κόσμος, από τσιμέντο και γυαλί και νάυλον. Κι ας τρέχουν τα γεγονότα, στις σελίδες των εφημερίδων, ποτάμια γεμάτα αγωνία. Μεγάλη Παρασκευή σήμερα. Δεν γίνεται να προσπεράσεις, χωρίς να προσκυνήσεις τον Επιτάφιο.
Νομίζω πως είναι από τις πιο μεγάλες γιορτές, για μας τους Έλληνες. Έτσι, τουλάχιστον, αισθάνομ’εγώ. Η αποκαθήλωση. Κι ύστερα το στόλισμα του τάφου. Κι ύστερα το προσκύνημα. Κι η περιφορά. Με τα κορίτσια και τους περίλυπους στρατιώτες. Τους ψαλτάδες και τους ιερείς με τα χρυσά άμφιά τους. Και το πλήθος με τις αναμμένες λαμπάδες, στο ανοιξιάτικο βράδι. Ω γλυκύ μου Έαρ…
Είσαι φτιαγμένος – ή σ’έφτιαξαν – από πλεξιγκλάς, κι ωστόσο περνάει μέσα σου και σ’αναδεύει κάποιο ρίγος. Ακόμα κι ο χαρτοπαίχτης του συνοικιακού καφενείου, εγκαταλείπει το τραπέζι του πάθους, γιατί ο καφετζής «έχει σταυρώσει το βαλέ» και δεν του δίνει τράπουλα για να παίξει. Ο καφετζής, που λέει πως συμμορφώνεται σε αστυνομικές διατάξεις, αλλά στην ουσία, υπακούει στη δική του την εσωτερική επιταγή.
Μια μέρα, χαραγμένη με αλλιώτικο μαχαίρι, στην ψυχή όλων μας. Περισσότερο με τον εαυτό του, ο καθένας μας. Από αύριο, άλλο τροπάρι. Κι από Τρίτη, που θα ξαναγυρίσουμε στη δηλητηριασμένη πολιτεία, πάλι άγρια θεριά – να κυνηγάει ο ένας τον άλλο, για να τον κατασπαράξει.
Ας μείνουμε, λίγο περισσότερο, στο σήμερα…
Τέτοιες μέρες
Γυρίζω, συχνά, τις σελίδες μου προς τα πίσω. Το’χω ανάγκη. Γιατί αυτή η πόλη, με το «νέφος», τη φρικώδη κίνηση, τους θορύβους, τη βρώμα και τα αναρίθμητα μπετονένια κτίρια, δε σου αφήνει περιθώριο, για να την κοιτάξεις κατάματα. Σε διώχνει. Και συ, κυνηγημένος, τρέχεις να κρυφτείς στο καταφύγιό σου. Στις παιδικές σου μνήμες.
Δεν είναι υπερβολή. Τέτοιες μέρες, Μεγάλη Εβδομάδα, η πόλη μοσχοβολούσε. Υπήρχαν δέντρα. Υπήρχαν γλάστρες στα μπαλκόνια και τα περβάζια. Υπήρχαν αναρριχητικά και κληματαριές, στις περισσότερες αυλές. Κι όπως δεν είχες και σχολείο και φορούσες μονάχα πουκαμισάκι κι έτρεχες για την πλατεία, όλα μοιάζαν παραμυθένια.
Κι οι άνθρωποι, νομίζω, ήταν διαφορετικοί. Γέμιζαν οι εκκλησίες. Όχι μόνο από γριούλες. Αλλά κι από μας, τα παιδιά. Που μπορεί να μην είχαμε ξεκαθαρίσει μέσα μας, τι πιστεύουμε και τι όχι, μα επιζητούσαμε αυτή την επαφή, με τη Λειτουργία, τις υπέροχες ψαλμωδίες, το λιβάνι απ’το θυμιατό. Ίσως για να νιώσουμε πιο έντονα, μετά απ’τη νηστεία, το θρίαμβο της Ανάστασης.
Χανόμαστε, αλίμονο. Σκυμμένοι σε λογαριασμούς, κυνηγώντας ο ένας τον άλλον, ψάχνοντας μάταια για ταξί, το μεσημέρι, με τ’αυτιά τρυπημένα από τους πυροβολισμούς των «καμικάζι», ούτε που παίρνουμε χαμπάρι, πως χτυπάει η καμπάνα της εκκλησιάς. Μαζί με την καμπάνα της ζωής μας, που τα καταφέραμε, να μην είναι πια ζωή…
Πηγή:https://www.ogdoo.gr/erevna/rakosyllektika/o-epitafios-tou-lefteri-papadopoulou/






