Μέσα στα ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΑ μπορεί κανείς να βρει όλες τις μουσικές που άκουσα στα διαλείμματα των θερινών σινεμά των παιδικών μου χρόνων, στους διαδρόμους των πρώτων πολυκατοικιών που γνώρισα, σε σπίτια που γιόρταζαν κάτι, στις αναμεταδόσεις των παρελάσεων από το ραδιόφωνο. Μπορεί ακόμα να βρει την ατμόσφαιρα που υπήρχε διάχυτη τα χειμωνιάτικα απογεύματα με ήλιο στην Πανεπιστημίου έξω από το ΡΕΞ, στην ψηλοτάβανη εκείνη αίθουσα του Ιπποδρόμου του Δέλτα και στις ταινίες του Χώμφρευ Μπόγκαρτ.
Έγραψα ακόμα μουσική για πράγματα που συνέβησαν πριν γεννηθώ και για άλλα πολύ σημερινά. Δεν νοσταλγώ, δεν «βγάζω» μιαν εποχή, ούτε προσπαθώ να συντηρήσω πράγματα που χάθηκαν. Λέω τη γνώμη μου πάνω σε όσα, χρόνια τώρα, μου λέγανε.
Τον Γιάννη Κιουρκτσόγλου
Γιώργο Μακράκη
Γιάννη Σπυρόπουλο
Μάνο Ελευθερίου
Και τα παιδιά του Ελευθέρου Θεάτρου
Ευχαριστώ, που πρόσφεραν στα ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΑ σαν να ήταν δικά τους.
Λουκιανός Κηλαηδόνης
(Το σημείωμα του Λουκιανού στο εσώφυλλο του δίσκου «Μικροαστικά»).
Τον Οκτώβρη του 1973, ένα μήνα πριν τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο κυκλοφόρησε από την Columbia ο τρίτος (μετά την «Πόλη μας» και την «Κόκκινη κλωστή»), δίσκος του Λουκιανού Κηλαηδόνη, με μια σειρά τραγουδιών σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη και τίτλο «Μικροαστικά».
Βασικός ερμηνευτής, τόσο στα «Μικροαστικά», όσο και στα «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας», σε στίχους και πάλι του Νεγρεπόντη, που κυκλοφόρησαν το 1975, ήταν ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, προμηνύοντας, κατά κάποιον τρόπο, τη δεύτερη περίοδο της διαδρομής του, που ξεκίνησε το 1978 με τον δίσκο «Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάου – μπόυ» και συνεχίστηκε μέχρι το φινάλε της ζωής του Λουκιανού… Συμμετείχαν επίσης τραγουδώντας ο ηθοποιός Μίμης Χρυσομάλλης, ο Λάκης Χαλκιάς, η Ιωάννα Κιουρτσόγλου, ο Νίκος Ρουσσέας και…μιλώντας ο Νίκος Σκυλοδήμος.
Αν και φαίνεται περίεργο, δεδομένης της κατάστασης της εποχής, ο δίσκος κυκλοφόρησε σε κόκκινο βινύλιο, το οποίο με τα χρόνια… μαύρισε, λόγω κακής ποιότητας. Επανεκδόθηκε βέβαια και με «κανονικό», μαύρο χρώμα βινυλίου, ενώ στα χρόνια του ψηφιακού ήχου εκδόθηκε (τρεις φορές, αν δεν κάνω λάθος) σε cd…
Τα τραγούδια του δίσκου
1) Κολλήγα γιος
2) Μακριά από την πόλη – Μίμης Χρυσομάλλης
3) Κάποιος παλιός συνάδελφος
4) Εργένης
5) Πρωινή γυμναστική – Νίκος Σκυλοδήμος (Ομιλητής) & Λουκιανός Κηλαηδόνης
6) Ο Γιώργος
7) Ο γάμος
8) Οικονομία κάνε
9) Ξερίζωμα – Λάκης Χαλκιάς
10) Ντροπή τέτοιο παιδί
11) Σε πάρτυ του ‘50
12) Στη μικρή αίθουσα εκθέσεων Παρνασσού – Ιωάννα Κιουρτσόγλου
13) Ρέκβιεμ – Νίκος Ρουσσέας
14) Η Μάρω
Τις ενορχηστρώσεις των πνευστών στο «Κολλήγα γιος» επιμελήθηκε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, όπως και στα τραγούδια «Μακριά από την πόλη» και «Μάρω», τα έγχορδα ενορχηστρώθηκαν από τον Λουκιανό και τον Γιάννη Κιουρκτσόγλου, η ενορχήστρωση της μπάντας στο «Οικονομία κάνε» ήταν του Ελευθέριου Δαρζέντα και «Το πάρτυ του ‘50» ήταν μια διασκευή του Γιάννη Κιουρκτσόγλου στο «Κάποιος παλιός συνάδελφος». Τις ορχήστρες διηύθυνε ο Λουκιανός και τη μπάντα ο Ελευθέριος Δαρζέντας.
Έπαιξαν οι μουσικοί: Λουκιανός Κηλαηδόνης (πιάνο, αρμόνιο), Γιάννης Κιουρκτσόγλου (ηλεκτρική, ακουστική κιθάρα, φυσαρμόνικα), Γιάννης Θεοδωρίδης (τρομπέτα), Γιώργος Αρχοντίδης (τρομπόνια), Βασίλης Ντάλλας (μπάσο, κιθάρα), Σπύρος Τσόκαλης (χαβάγια), Α. Δημητρίου (ακορντεόν), Β. Παφίλης (ντραμς, τρίγωνο, ταμπούρο, κάσσα), Γιάννης Σπυρόπουλος (Μπαχ) (τούμπα, ευφώνιο), Μιλτιάδης Οικονόμου (φαγκότο), Βαγγέλης Μανιάτης (scaccia pensieri), Λ. Παρασκευάς (μπάσο, κιθάρα), Κίμων Βασιλάς (πιάνο, αρμόνιο), Νίκος Τσιλογιάννης (τύμπανα, ντραμς), Δημήτρης Βράσκος, Σπύρος Τσούτσος (βιολιά), Τιτίκα Χαλκουτσάκη (βιόλα), Γιώργος Κατσικάκης (βιολοντσέλο), Ανδρέας Ροδουσάκης (κοντραμπάσο), Θανάσης Κατερινάκης (κλαρίνο), Σοφία Γαδέδη (φλάουτο), Ν. Μάγγος (τρομπέτα), Μ. Μαντζαβίνος (τρομπόνι), Σ. Δελόγλου (τζένις), Α. Σταυρακέλλης (σουζάφωνο), Ξ. Κυριακόπουλος (ταμπούρο), Τάσος Διακογιώργης (μεταλλόφωνο), Σ. Μιχαλάκης (πιάνο), Αντώνης Σίβερας (τρομπόνι), Φίλιππος Τσεμπερούλης (σαξόφωνο), Θανάσης Αραπίδης (κλαρίνο), Τίτος Καλλίρης (ηλεκτρική κιθάρα), Γιώργος Λαβράνος (ντραμς), Σπύρος Μιχαηλίδης (πιάνο), Π. Βαλεντής (βιολιά), Νίκος Κάρδαρης (βιόλα) και ο Σ. Ταχιάτης (βιολοντσέλο). Οι ηχογραφήσεις και οι μίξεις έγιναν από τον Τάκη Φιλιππίδη, εκτός από το «Κολλήγα γιος» που ηχογραφήθηκε από τον Γιώργο Kωνσταντόπουλο στα στούντιο της Κολούμπια, το εξώφυλλο επιμελήθηκε ο Ανακρέων Καναβάκης και την παραγωγή ο Γιώργος Μακράκης.
Στο εσώφυλλο ο Γιάννης Κιουρκτσόγλου σημειώνει:
Στα δέκα χρόνια που παίζω ηλεκτρική κιθάρα πίστεψα σε πολλά πράγματα. Πώς θα μπορούσα να παίξω σαν τον Μάρβιν, να παίξω με τους Μπητλς και «μεγαλώνοντας» πώς θα μπορούσα να μάθω την τεχνική του Κλάπτον. Και μέσα σ’αυτήν την προσπάθεια τους αγάπησα όλους αυτούς, τους «ξεπέρασα» και προσπάθησα να δώσω και κάτι δικό μου.
Στο σημείο αυτό και ενώ ακόμη έπαιζα ροκ, γνωρίστηκα με τον Λουκιανό που την εποχή εκείνη έκανε την ίδια με μένα προσπάθεια, χρησιμοποιώντας τη φόρμα του λαϊκού τραγουδιού. Αυτά γύρω στο 1970.
Δυο χρόνια αργότερα, είχα πλέον διαμορφώσει μια κοινή οπτική με τον Λουκιανό και την διαπίστωσα ακούγοντας τα Μικροαστικά παιγμένα στο πιάνο από τον ίδιο – στην ίδια μορφή τα είχαν ήδη ακούσει όσοι κατάφεραν να τα έχουν σε αντίγραφο κάποιας ταινίας που κι αυτή ήταν αντίγραφο κάποιας άλλης.
Τα Μικροαστικά δεν είναι μόνον μουσική. Είναι μια νέα αντίληψη του κόσμου, με πράγματα επί τέλους, ελληνικά. Τα Μικροαστικά, όπως τα είδε και τα έγραψε ο Γιάννης Νεγρεπόντης δώσανε την ευκαιρία στον Λουκιανό να τα πρωτοτραγουδήσει και σε μένα να δώσω μαζί του την οριστική μορφή, έτσι όπως υπάρχουν στον δίσκο.
Από τη συνέντευξη τύπου στα γραφεία της Columbia για την παρουσίαση του δίσκου.
Η γνωριμία του Λουκιανού με τον Γιάννη Νεγρεπόντη έγινε το 1971, αμέσως μετά την τελευταία εξορία του ποιητή, μέσω του Μάνου Λοΐζου και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, με τους οποίους έκανε τότε παρέα σε καθημερινή βάση. Σ’ένα τέτοιο κλίμα γεννήθηκαν τα «Μικροαστικά», τα οποία δεν ήταν μόνο τα δεκατέσσερα του δίσκου, αλλά αρκετά περισσότερα, τα οποία κόπηκαν από τη χουντική λογοκρισία, η οποία επενέβη και σε κάποια από τα τραγούδια που κυκλοφόρησαν τελικά, υποχρεώνοντας τους δημιουργούς στην τροποποίηση των στίχων.
Κάποια από τα «Μικροαστικά» πέρασαν τότε από χέρι σε χέρι σε μια παράνομη ταινία, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ στα νεότερα χρόνια κυκλοφόρησε (εκτός εμπορίου) μια συλλεκτική έκδοση περιλαμβάνοντας δεκαπέντε τραγούδια με τη φωνή του Λουκιανού. Έντεκα από την παράνομη ταινία (τέσσερα από τα οποία δεν μπήκαν στον δίσκο), άλλα τρία, που τελικά δισκογραφήθηκαν, αλλά ακούγονται στο συγκεκριμένο cd με τους πρωτότυπους, αλογόκριτους στίχους, ενώ στο cd μπήκαν και τέσσερα τραγούδια, επίσης αδισκογράφητα, που γράφτηκαν για τη θεατρική παράσταση των «Μικροαστικών». Σε κάποια από τα τραγούδια μάλιστα, προηγείτο ένας πρόλογος του Λουκιανού, υπό τύπου «σλόγκαν».
Οι περιπέτειες των τραγουδιών δεν σταμάτησαν μόνο στη λογοκρισία, αλλά και στην άρνηση του άρχοντα της Columbia Τάκη Β.Λαμπρόπουλου να δώσει την έγκριση για να ηχογραφηθούν τα τραγούδια με τη φωνή του Λουκιανού, αντιπροτείνοντας για ερμηνευτή τον… Θέμη Ανδρεάδη, που μόλις είχε εμφανιστεί δισκογραφία με τέσσερα τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου, ανάμεσα στα οποία ο περίφημος «Ταρζάν» με λόγια του συνθέτη και το «Του άντρα του πολλά βαρύ» σε στίχους του Ερρίκου Θαλασσινού, ενώ, την ίδια περίπου εποχή, κυκλοφόρησαν οι «Γελοιογραφίες» σε μουσική του Θέμη Ανδρεάδη και στίχους του Γιάννη Λογοθέτη (ΛοΓό).
Στο πλαίσιο μιας μεγάλης, βιογραφικής συνέντευξη που μου παραχώρησε ο Λουκιανός στις 11 Αυγούστου του 2008, δεν έλειψαν οι αυτονόητες αναφορές και στα «Μικροαστικά».*
Λ.Κ.: … Το «Όσο αγαπιόμαστε τα δυο» λοιπόν, συνέπεσε να είναι μαζί με το «Μη χτυπάς» και πούλησε πολύ σαν μικρό δισκάκι, πούλησαν και κάνα δυο άλλα μικρά αλλά αυτό πήγε εξαιρετικά, γιατί παίζανε και τα δυο τραγούδια… Τότε υπήρχαν χιλιάδες juke – box στην Ελλάδα και μόνο ότι μπήκε στα juke – box, σήμαινε 100.000 κομμάτια. Αυτό έκανε τον Λαμπρόπουλο να πει «Θα σου δώσω στην επόμενη συνεργασία τον Γκάτσο». Κι έγινε η «Κόκκινη κλωστή». Έχοντας ήδη γράψει από το 1971 τα «Μικροαστικά» του Νεγρεπόντη, τα οποία δεν μου τα έβγαζε ο Λαμπρόπουλος. Του τα ’δινα τα άκουγε, μου ‘λεγε «Δεν τα βγάζω». Μετά μου ‘λεγε «Να τα πει ο Ανδρεάδης». Του λέω «Γιατί να τα πει ο Ανδρεάδης;» «Γιατί είναι κωμικά» μου απαντούσε. «Μα δεν είναι κωμικά τα τραγούδια αυτά. Μπορεί να ’χουνε κάποια πλάκα αλλά δεν είναι για να τα κοροιδέψουμε…» Ο Γκάτσος που τα είχε ακούσει μου είχε πει «Αυτό είναι μια σπουδαία δουλειά Λουκιανέ, να τη βγάλεις». Του λέω «Δε μου τη βγάζει ο Λαμπρόπουλος». «Περίμενε, κάτι μπορεί να γίνει και να βγει» μου’λεγε. Και πράγματι, ένας παραγωγός που στάθηκε δίπλα μου όλα αυτά τα χρόνια, από το ξεκίνημα δηλαδή, ήταν ο Γιώργος Μακράκης, τον οποίο πέτυχα σε τέσσερις εταιρείες που άλλαξα, αυτός μου πρότεινε να κάνουμε και το τελευταίο live του Ηρωδείου, το «Μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά». Ξεκίνησα από Columbia, τον συνάντησα στη Lyra, τον συνάντησα στη Minos και τώρα ξανά και στη Legend. Eκείνος λοιπόν, κάποια στιγμή που του ‘λεγα για τα «Μικροαστικά», μου είπε «Θα σου πω κάτι αλλά να μείνει μεταξύ μας. Σε λίγο καιρό, οι Εγγλέζοι, η Emi δηλαδή, θα στείλει Εγγλέζο διευθυντή. Σ’ αυτόν θα στα περάσω εγώ τα “Μικροαστικά”». Και πράγματι ήρθε ο Jameson κι επειδή δεν ήξερε τίποτα, εμπιστεύθηκε τον Μακράκη, που ήταν ο πιο έμπειρος παραγωγός και βγήκαν. Και μάλιστα πούλησαν τα «Μικροαστικά», κάτι που δεν το περίμενε κανείς απ’ αυτό το δίσκο.
Θ.Γ.: Αυτός δεν είναι και ο πρώτος δίσκος με κόκκινο βινύλιο;
–Nαι, το κόκκινο βινύλιο, το οποίο το έψαχνα πριν από καιρό κι έχει γίνει πια μαύρο, έγινε σκούρο βυσσινί δηλαδή. Στο φως καταλαβαίνεις ότι δεν είναι μαύρο, αλλά μετά από τριανταπέντε χρόνια… Ενώ μέχρι πριν από δέκα χρόνια περίπου, είχα κάνει ένα «Λυκαβηττό» με τίτλο «Η σκοτεινή πλευρά», που τους έπαιξα δουλειές άγνωστες κλπ, και τους έδειξα και τα «Μικροαστικά» με το κόκκινο βινύλιο. Ήταν κόκκινο το «γαμημένο»… Τώρα μετά από καιρό το ξανακοιτάω κι έχει μείνει μόνο στην άκρη που είναι λεπτό το βινύλιο. Είχαν ένα πρόβλημα τα χρωματιστά βινύλια. Τα χρησιμοποιούσε το εργοστάσιο της Columbia που τύπωνε τους δίσκους και ήταν το μοναδικό εργοστάσιο για όλη τη Μέση Ανατολή, δηλαδή Αίγυπτο, Φεϊρούζ, Ουμ Καλσούμ κλπ. Αυτά τα τυπώνανε στην Columbia, στέλνανε τις μαγνητοταινίες από εκεί, τα τυπώνανε εδώ και τα πηγαίνανε πίσω. Eμένα, επειδή μ’ άρεσε αυτή η ιστορία της δισκογραφίας, πήγαινα και στις πρέσες που τυπώνανε τους δίσκους και μέσα στα τυπογραφεία που τυπώνανε τα εξώφυλλα και εκεί είδα τα χρωματιστά βινύλια. Υπήρχε πράσινο, κόκκινο, μπλε. Αυτό λοιπόν ήταν πολύ φθηνό υλικό και πολύ μικρότερης αντοχής και στο πέμπτο παίξιμο έκανε «σκρατς». Τότε λοιπόν, ζήτησα και μου τυπώσανε καμιά δεκαριά μαύρα, για μένα και για τους φίλους μου. Τότε το μαύρο ήταν το δυσεύρετο, το κόκκινο υπήρχε παντού…Τα κόκκινα λοιπόν κάνανε «σκρατς». Ήταν φθηνό το υλικό, οξειδώθηκε και έχει πια μαυρίσει. Εν πάση περιπτώσει το’73 βγήκαν τα «Μικροαστικά» και μου άνοιξαν ένα δρόμο. Είπαν δηλαδή «Αυτός με παράξενες δουλειές, μπορεί να πουλήσει» κι έτσι έκανα και μια «μυστήρια» δουλειά τη «Media Luz» το ’76, που έπεσε βέβαια πάνω στη μεταπολίτευση, αλλά για μένα είναι μια πολύ σημαντική δουλειά.
-Μετά τα «Μικροαστικά» ηχογραφείς, το 1975, τα «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας».
-Μετά τα «Μικροαστικά», ο Γιάννης Νεγρεπόντης μου έδωσε τα «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας» και τα ηχογράφησα με ηθοποιούς από την παράσταση, γιατί τα «Μικροαστικά» γίνανε παράσταση από το «Μικρό θέατρο» της Κανδρεβιώτου στην Κυψέλη, τον Αλέκο τον Μάνδηλα, την Πίτσα Κονιτσιώτη, μια κοπέλα που τραγουδάει… Ατυχήσανε, πέσανε πάνω στη μεταπολίτευση, επίσης ήτανε δίσκος που αντιπαθούσε πάρα πολύ το ΚΚΕ, γιατί ο Γιάννης ήταν στην ΕΔΑ, δηλαδή δεν τον υπερασπίστηκε ούτε καν, ας πούμε, ένα κόμμα αριστερό. Κι έτσι πήγε «ντούκου». Ο Γιάννης ο Νεγρεπόντης έλεγε πάντα ότι τα «Μικροαστικά» δεν είναι πολιτικά τραγούδια, είναι κοινωνικά τραγούδια, ενώ τα «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας» είναι πολιτικά τραγούδια. Πράγματι έχει πολλά τραγούδια, δεκαέξι, τα μισά είναι καλά… «Η μετανάστευση», «Το σύστημα» , οι «Ψυχώσεις» είναι μερικά τραγούδια πολύ καλά από τον Νεγρεπόντη… Δεν είχε όμως τη «δύναμη» των «Μικροαστικών».
-Θα ήθελα να αναφερθούμε και στη μουσική που έχεις γράψει για το θέατρο και δεν είναι λίγη…
-Θέατρο λοιπόν….Όταν κάνω τα «Μικροαστικά», πριν ακόμα κυκλοφορήσουν, κυκλοφορούσαν παράνομα από το ’71 χέρι με χέρι, χάρη στο Μιχάλη τον Ακριβόπουλο, θα τον ξέρεις από τη Θεσσαλονίκη, τον λεγόμενο «Παπάρα». Αυτός είναι πρώτος ξάδερφος του Μανώλη του Μητσιά. Όταν λοιπόν γνώρισα το Μανώλη, σε κάποιες πρόβες είχε έρθει κι ο Μιχάλης. Τραγουδάει κι αυτός εξίσου καλά, σαν τον Μανώλη, θα μπορούσε να ’ναι τραγουδιστής, είναι της «Μπιθικωτσέικης» σχολής, καλός… Μου ζήτησε ένα αντίγραφο από τα «Μικροαστικά» και πριν κυκλοφορήσουν, είχε ανέβει το «Ελεύθερο θέατρο» μ’ ένα έργο, την «Ιστορία του Αλή Ρέτζο» νομίζω, στη Θεσσαλονίκη. Ήταν φίλος των παιδιών, είχε την κασέτα, ταινία μάλιστα, μπομπίνα, κασετόφωνα ακόμα δεν χρησιμοποιούσαμε και τα ‘βαλε και τα ακούσανε τα παιδιά του «Ελευθέρου θεάτρου». Και είπανε «Ρε συ, εμείς ετοιμάζουμε επιθεώρηση, αυτός μας πάει». Και μ’ έφερε σε μια επαφή ο Μιχάλης με τα παιδιά του «Ελευθέρου». Κι εκείνο το καλοκαίρι, του 1973, κάναμε το «Κι εσύ χτενίζεσαι», που έγινε της πουτάνας, διότι ήτανε σαφώς αριστερό έργο με κείμενα του Μποστ και των παιδιών κι εγώ μαζί , ήταν ένα «κλείσιμο ματιού»…
-Με τη λογοκρισία δεν είχατε προβλήματα;
-Ναι, ερχόταν κάτι τύποι… Στέλνανε τα κείμενα στην επιτροπή και βλέπανε το λογοκριτή που καθόταν κάπου κάτω μ’ ένα φακό και τα διάβαζε και τα λέγανε ακριβώς…
-Ήταν ηλίθιοι πάντως, έτσι δεν είναι;
-Ναι, ήταν εντελώς ηλίθιοι. Περνούσανε «χοντράδες» όπως με τα «Μικροαστικά» που επειδή έλεγε «Επαναστάτη βγάλαμε» κι όχι «Έναν αντάρτη βγάλαμε» κι επειδή αυτοί ήταν «επανάσταση», νόμιζαν ότι ήτανε δικό τους. Δηλαδή τόσο μαλάκες ήτανε… Ε λοιπόν το «Εσύ χτενίζεσαι» είχε κρυμμένα από κάτω ένα σωρό μηνύματα, όπως είχαν τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, τα τραγούδια όλων…Ήτανε ηλίθιοι…
… Ο πατέρας μου ήτανε το ’45, ’46, κρατούμενος στη Μακρόνησο στην ίδια σκηνή με τον Μίκη…Το όνομα Κηλαηδόνης ήτανε γνωστό στον Μίκη, όταν βγήκα εγώ με τα «Μικροαστικά». Ήτανε στη Γαλλία και του πήγε ο Λαμπρόπουλος το δίσκο λέγοντάς του «Έχουμε έναν καινούργιο εδώ…» Και μου ‘στειλε μια κάρτα, που την έχω… Και μου λέει «Δεν ξέρεις πόσο χάρηκα, φαντάζομαι ότι είσαι ο γιος του Τάκη, προχώρα και θα σε παρακολουθώ». Και έκτοτε έχουμε πολύ καλή σχέση με τον Μίκη. Έχω τραγουδήσει για τα γενέθλιά του, σε εκπομπές που πάω, δηλαδή είναι σαν δικός μου άνθρωπος. Μικρασιάτης, η μάνα του είναι κι αυτή από τον Τσεσμέ… Eπίσης είχα τέτοια αγάπη στον Θεοδωράκη και στη μουσική του, που η Columbia τότε είχε δυο ετικέτες, την Columbia και τη His master’s voice. Ο Χατζιδάκις έβγαινε Columbia, ο Μίκης έβγαινε His master’s voice. Oπότε είπα στον Λαμπρόπουλο «Εγώ θα βγαίνω His master’s voice». Όλοι μου οι δίσκοι είναι His master’s voice, επειδή ήταν η ετικέτα του Μίκη. Και επίσης ήμουν ο πρώτος που έκανα δικιά μου ετικέτα. Κράτησα τα στοιχεία «Emi» κλπ κι έβαλα δικές μου ετικέτες. Τα «Μικροαστικά» είχαν δικιά τους ετικέτα, τα «Απλά μαθήματα», η «Media Luz», ότι γούσταρα έκανα με τις ετικέτες…*
Διαφημιστικό μπλουζάκι των «Μικροαστικών».
Τα «Μικροαστικά» ποιήματα του Γιάννη Νεγρεπόντη κυκλοφόρησαν το 1974 και σε βιβλίο από τις εκδόσεις «Ολκός» και στις 6 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς ανέβηκαν, σαν θεατρική πλέον παράσταση, σε σκηνοθεσία της Χαράς Κανδρεβιώτου, στο «Μικρό Θέατρο» της Αθήνας. Δεκαπέντε χρόνια μετά, στις 18 Μαρτίου του 1989, η θεατρική παράσταση έκανε πρεμιέρα στο Βασιλικό Θέατρο της Θεσσαλονίκης, σε σκηνοθεσία και πάλι της Χαράς Κανδρεβιώτου, με τη βοήθεια της Κάλλιας Κεραμέως. Ένα από τα τραγούδια της παράστασης (από τα λογοκριμένα), με τίτλο «Μια κυρία» με ερμηνεύτρια τη Λίνα Τριανταφύλλου, βρήκε θέση σε ένα διπλό δίσκο (και διπλή κασέτα), που εκδόθηκε το 1993 από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, με τίτλο «30 χρόνια μουσικές μνήμες», με τριανταέξι μουσικά αποσπάσματα από παραστάσεις που πραγματοποιήθηκαν από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος από το 1961 μέχρι το 1991. (Το 2002 ο διπλός δίσκος εκδόθηκε σε μονό cd με τίτλο «40 χρόνια μουσικές μνήμες»).
Στις 22 Οκτωβρίου του 1999 με την παράσταση των «Μικροαστικών», αυτή τη φορά σε σκηνοθεσία του Λουκιανού Κηλαηδόνη, εγκαινιάστηκε το περίφημο Θέατρο «Μεταξουργείο».
*Η συγκεκριμένη συνέντευξη του Λουκιανού Κηλαηδόνη πραγματοποιήθηκε στις 11 Αυγούστου του 2008 στο σπίτι του στο Μεταξουργείο και δημοσιεύθηκε, αρχικά, στο διαδικτυακό περιοδικό «Μουσικόραμα», την 1η Ιουνίου 2013 στο Ogdoo.gr και τον Ιούλιο του 2015 στον «Μετρονόμο» (που κυκλοφόρησε σε επιμέλεια των Αλέξη Βάκη, Αφροδίτης Δασκαλάκη και Θανάση Συλιβού). Από τότε, μικρά ή και μεγαλύτερα αποσπάσματα της συνέντευξης έχουν αναπαραχθεί αυτούσια από έγκριτους και μη δημοσιογράφους, σε ραδιοφωνικές εκπομπές, ιστοσελίδες, αλλά και σε βιβλία, χωρίς την άδεια και, κυρίως, χωρίς την αναφορά στο όνομα του συγγραφέα… (Το αναφέρω, έτσι απλά, για την ιστορία και για το… «γαμώτο»…)
Στο video μπορείτε να ακούσετε ένα ηχητικό απόσπασμα από τη συνέντευξη, μαζί με το «μικροαστικό» τραγούδι «Ντροπή τέτοιο παιδί» με τη φωνή του Λουκιανού…
-Οι φωτογραφίες του Λουκιανού προέρχονται από την επίσημη ιστοσελίδα του.






