Μέσα σε 1.930 πυκνογραμμένες σελίδες, ο πρόεδρος του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας Νίκος Ασκιανάκης, ο οποίος εξέδωσε την ιστορική απόφαση για την υπόθεση των υποκλοπών, αποτυπώνει βήμα–βήμα τη λειτουργία του λογισμικού Predator, σηματοδοτώντας την έναρξη του νέου κύκλου των ερευνών για το αδίκημα της κατασκοπείας.
Μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα, ο δικαστικός λειτουργός, με ρυθμούς ασυνήθιστα γρήγορους για τα δεδομένα της ελληνικής Δικαιοσύνης, ολοκλήρωσε την καθαρογραφή του σκεπτικού της απόφασής του.
Ήδη, η δικαστική απόφαση, μαζί με τα πρακτικά της δίκης, διαβιβάζονται στην Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας για τη διενέργεια νέων ερευνών, στο πλαίσιο των οποίων μπαίνουν στο κάδρο πρόσωπα που μέχρι τώρα είχαν μείνει εκτός του πεδίου των ερευνών της Δικαιοσύνης.
Από την ανάγνωση των σχεδόν δύο χιλιάδων σελίδων της δικαστικής απόφασης προκύπτει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο γιατί κρίθηκε απαραίτητη η διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας, ακριβώς λόγω του τρόπου λειτουργίας του κατασκοπευτικού λογισμικού, με τη δυνατότητα απομακρυσμένης πρόσβασης στα αρχεία καταγραφής και την έκταση των δεδομένων που μπορούν να αποσπαστούν, σε συνδυασμό με τις ιδιότητες των θυμάτων, που κατείχαν καίρια χαρτοφυλάκια με απόρρητες και μυστικές πληροφορίες.
Ο δικαστικός λειτουργός, στο σκεπτικό του, στρέφοντας τον προβολέα προς το αδίκημα της κατασκοπείας, αναφέρεται ιδιαίτερα στον ρόλο του Κ. Πετρίση, προσώπου που προέκυψε για πρώτη φορά στη διάρκεια της ενδελεχούς αποδεικτικής διαδικασίας από την εξέταση του Αιμίλιου Κοσμίδη, από την προπληρωμένη κάρτα του οποίου φέρεται να εστάλη το μολυσμένο μήνυμα με αποδέκτη τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη.
Συγκεκριμένα αναφέρεται:
«Μόνο συμπτωματική δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί η αναφορά του Κωνσταντίνου Πετρίση – όπως επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί από τον προαναφερόμενο μάρτυρα Αιμίλιο Κοσμίδη – ο οποίος αφενός μεν απασχολούνταν στο κατάστημα Cosmote από το οποίο παραδόθηκε η ως άνω προπληρωμένη κάρτα, αφετέρου δε είχε παραδεχθεί στον ως άνω μάρτυρα ότι συνεργάζεται έναντι αμοιβής με την ΕΥΠ, σε συνδυασμό δε με το γεγονός ότι η εν λόγω κάρτα φορτίσθηκε μέσω ΑΤΜ υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην Αγία Παρασκευή, κοντά δηλαδή στις κτηριακές υποδομές του ΚΕΤΥΑΚ (εντός του οποίου μάλιστα φέρεται να έχει εντοπιστεί στις 24-06-2022 το υπ’ αριθ. ΧΕΚ 1344 όχημα της εταιρείας Krikel – βλ. σχετικές επισκοπηθείσες φωτογραφίες), συντρέχουν επαρκή στοιχεία και ως εκ τούτου πρέπει να διερευνηθεί η τυχόν ευθύνη και συμμετοχική δράση αυτού αλλά και τυχόν λοιπών τρίτων εμπλεκόμενων προσώπων στις ένδικες αξιόποινες πράξεις».
Περαιτέρω, το δικαστήριο κάνει ιδιαίτερη αναφορά στους υψηλά ιστάμενους κρατικούς αξιωματούχους που είχαν γίνει στόχος παρακολούθησης, αναφέροντας:
«Λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο λειτουργίας του κατασκοπευτικού λογισμικού με δυνατότητα απομακρυσμένης πρόσβασης στα αρχεία καταγραφής και την έκταση των δεδομένων που μπορεί να αποσπασθούν, σε συνδυασμό με τους αποδέκτες των μηνυμάτων που περιείχαν συνδέσμους επιμόλυνσης με το λογισμικό κατασκοπείας “Predator”, μεταξύ των οποίων ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Μιχαήλ Χρυσοχοΐδης, ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Νικόλαος Δένδιας, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνος Φλώρος, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας κ. Μιχαήλ Καραμαλάκης και άλλοι υπουργοί που χειρίζονται καίρια χαρτοφυλάκια με κρατικά απόρρητα και μυστικές πληροφορίες (κατά την έννοια του άρθρου 149 ΠΚ), αλλά και των απόρρητων κρατικών εγγράφων που ο πρώην υπουργός και ήδη παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας κ. Χρήστος Σπίρτζης διατηρούσε στην κινητή τηλεφωνική του συσκευή σε ηλεκτρονικά μηνύματα (emails), τα οποία εισφέρθηκαν στα αναγνωστέα έγγραφα και μπορούσαν να υποκλαπούν […], καταδεικνύεται ότι ενόψει των εν λόγω νέων στοιχείων πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω και να επανεξετασθεί η τυχόν τέλεση εκ μέρους των κατηγορουμένων και των τυχόν τρίτων συμμετόχων και άλλων αξιόποινων πράξεων και δη της κατασκοπείας του αρ. 148 ΠΚ (τουλάχιστον υπό τη μορφή της απόπειρας)».
Επιπλέον, ιδιαίτερο κεφάλαιο αφορά τον ρόλο του Αιμίλιου Κοσμίδη, αναφέροντας:
«Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση του Αιμίλιου Κοσμίδη, καταθέσαντος ως μάρτυρα στο παρόν δικαστήριο, ιδίως για το αδίκημα της συνέργειας στις πράξεις του κατηγορητηρίου, δια της χρήσεως από αυτούς ή άγνωστο δράστη/φυσικό αυτουργό της πιστωτικής κάρτας εκδοθείσης στο όνομά του, σε συνδυασμό με τον προσωπικό αριθμό “PIN” του, όπως απεδείχθη, για την αγορά του πακέτου μολυσμένων μηνυμάτων SMS […], σημειωτέον ότι […] η κάρτα είχε πολλές συναλλαγές […] για την αγορά υπηρεσιών cloud hosting και άλλων υπηρεσιών διαδικτύου, σε ποσό που ξεπερνά τα 3.000 ευρώ – μπορούμε να πούμε σχεδόν με σιγουριά ότι η συγκεκριμένη κάρτα χρησιμοποιήθηκε για αγορές σχετικές με το Predator και τις υποδομές του […]».
Για τα μαζικά μηνύματα που φέρονται να εστάλησαν από το τηλέφωνο του Γρηγόρη Δημητριάδη, ο πρόεδρος του δικαστηρίου επισημαίνει στο σκεπτικό της απόφασής του:
«[…] από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι περί τα τέλη Ιανουαρίου του έτους 2021 […] υπεβλήθησαν αιτήματα προς την “Hostmein” για την εγκατάσταση νέων διακομιστών, ενώ […] τετραπλασιάστηκε ο όγκος δεδομένων […] και αναβαθμίστηκε η ταχύτητα […] Από τον συνδυασμό των παραπάνω καταδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι […] προετοίμασαν πλήρως την υποδομή τους για την εφαρμογή και αποπεράτωση του εγκληματικού τους σχεδίου […]».
Εκτός όμως από το αδίκημα της κατασκοπείας, εξελίξεις σηματοδοτεί η απόφαση και για σειρά άλλων προσώπων, για τα οποία διαβιβάζεται η δικογραφία στην Εισαγγελία της Αθήνας, «προς αξιολόγηση ποινικών ευθυνών», μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται στελέχη εταιρειών που σχετίζονται με το λογισμικό Predator.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η πρόταση του εισαγγελέα της έδρας Δημήτρη Παυλίδη, που περιλαμβάνεται στο σώμα της δικαστικής απόφασης. Ο εισαγγελικός λειτουργός αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην απροθυμία πολλών στόχων του Predator να συνεργαστούν με τη Δικαιοσύνη, επισημαίνοντας:
«Ως γενικότερο σχόλιο, μπορεί να παρατηρηθεί μια μεγάλη απροθυμία […] ειδικά για πολύ υψηλά ιστάμενους ανθρώπους […] να δώσουν τα τηλέφωνά τους προς εξέταση […]».
Μετά την καθαρογραφή της απόφασης, ο φάκελος με όλα τα στοιχεία διαβιβάζεται στην Εισαγγελία της Αθήνας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η νέα δικογραφία θα παραμείνει προς διερεύνηση σε εισαγγελέα Πρωτοδικών ή αν θα διαβιβαστεί για περαιτέρω έλεγχο στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου.
Ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές, ο οποίος εκπροσώπησε τον δημοσιογράφο Θανάση Κουκάκη, δήλωσε:
«Οι δικαστικές αποφάσεις κρίνονται πρωτίστως από την ποιότητα και την επάρκεια της αιτιολογίας τους. Εν προκειμένω, η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου διακρίνεται για την εξαιρετική αποδεικτική της πυκνότητα και τη συστηματική νομική της θεμελίωση. Προβαίνει σε πλήρη και συνεκτική αξιολόγηση όλων των προβληθέντων ισχυρισμών και των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ενώ αποτυπώνει με σαφήνεια τη στάθμιση του συνόλου των δεδομένων που αναδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ακόμη και η διαβίβαση της δικογραφίας για τη διερεύνηση πληθώρας αδικημάτων, με προεξάρχουσα τη διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας, γίνεται με εξαιρετική προσοχή και υψηλό βαθμό τεκμηρίωσης. Η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν αφήνει ερμηνευτικά ή αποδεικτικά κενά αλλά εδράζεται σε σαφώς προσδιορισμένα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα αποδεικτικά δεδομένα».
πηγή: athina984.gr






